λυκοκτόνος


λυκοκτόνος
λυκοκτόνος, -ον (Α)
1. αυτός που σκοτώνει, που εξολοθρεύει λύκους («λυκοκτόνος φαρέτρη», Ανθ. Παλ.)
2. (το αρσ.) επίθετο τού Απόλλωνος («αὕτη δ', Ὀρέστα, τοῡ λυκοκτόνου θεοῡ ἀγορὰ Λύκειος», Σοφ.)
3. το ουδ. ως ουσ. τὸ λυκοκτόνον
είδος φυτού με το οποίο δηλητηριάζονται οι λύκοι, το ακόνιτο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λύκος + -κτόνος (< κτείνω), πρβλ. μητρο-κτόνος, παιδο-κτόνος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λυκοκτόνος — wolf slaying masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυκοκτόνους — λυκοκτόνος wolf slaying masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Apollo — This article is about the Greek and Roman god. For other uses, see Apollo (disambiguation) and Phoebus (disambiguation). Not to be confused with Phobos (mythology). Apollo …   Wikipedia

  • АПОЛЛОН —    • Apollo,          Άπόλλων, сын Зевса и Лето (Латоны), дочери титана Койя. Hesiod. theog. 918. Ноm. Il. 1, 21, 36. У Гомера и Гесиода не указывается место рождения А.; а по гимну к А. Делосскому, он родился на острове Делос у подошвы горы… …   Реальный словарь классических древностей

  • -κτόνος — (AM κτόνος) β συνθετικό λ. τής Ελληνικής που ανάγεται στο ρ. κτείνω και που δηλώνει τον φονέα αυτού που σημαίνει το α συνθετικό (πρβλ. αδελφοκτόνος, πατροκτόνος). Σπανίως απαντά ως προπαροξύτονο με παθ. σημ. (ταυρόκτονος «αυτός που σκοτώθηκε από… …   Dictionary of Greek

  • λυκοκτονώ — λυκοκτονῶ, έω (Α) [λυκοκτόνος] φονεύω λύκους …   Dictionary of Greek

  • λυκορραίστης — λυκορραίστης, ὁ (Α) αυτός που εξολοθρεύει λύκους, λυκοκτόνος («λυκορραῑσται κύνες», Ανθ. Παλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < λύκος + ρραίστης (< ῥαίω «συντρίβω») πρβλ. ανθρωπο ρραίστης, βου ρραίστης] …   Dictionary of Greek

  • λύκειος — λύκειος, ον, θηλ. και α (AM) αυτός που προέρχεται από λύκο ή ανήκει ή αναφέρεται σε λύκο («λύκειον ἀμφὶ νῶτον ἅψομαι δορὰν καὶ χάσμα θηρὸς ἀμφ ἐμῷ θήσω καρᾳ», Eup.) αρχ. 1. (το αρσ. ως κύριο όν.) ὁ Λύκειος α) ονομασία ενός μήνα στην Επίδαυρο β)… …   Dictionary of Greek

  • λύκος — I (Βοτ.). Κοινή ονομασία του φυτικού γένους Orobanche της οικογένειας των οροβαγχιδών. Τα φυτά αυτά, που είναι γνωστά και με την κοινή ονομασία λυκόχορτα, είναι δικοτυλήδονα φυτά που αναπτύσσονται ως παράσιτα. Έχουν παχύ, σαρκώδη βλαστό, χωρίς… …   Dictionary of Greek

  • λυκοκτόνον — wolf slaying neut nom/voc/acc sg λυκοκτόνος wolf slaying masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.